διαγνωστικός

δια-γνωστικός, ή, όν,
A able to distinguish,

ἀληθῶν καὶ ψευδῶν λόγων S.E.P.2.229

, cf. Luc.Salt.74;

δ. καὶ διακριτικός Id.Herm.69

, cf. Gal.UP5.10;

δ. θεωρία Id.1.271

; δ. σημεῖα, opp. προγνωστικά, ib. 313.
II belonging to a

διάγνωσις 11

,

ὑπομνήματα PLips.34.15

(iv A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαγνωστικός — able to distinguish masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικός — ή, ό (Α διαγνωστικός, ή, όν) [διαγιγνώσκω] 1. ο ικανός στο να διαγιγνώσκει 2. (για γιατρούς) ο ικανός να κάνει γρήγορη και ασφαλή διάγνωση κάποιας ασθένειας 3. αυτός που χρησιμεύει ή χρησιμοποιείται στη διάγνωση 4. το θηλ. ως ουσ. η διαγνωστική η …   Dictionary of Greek

  • διαγνωστικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται στη διάγνωση ή είναι κατάλληλος ή ικανός για διάγνωση: Υπάρχουν διαγνωστικές μέθοδοι, για την κατάταξη των μαθητών σε τάξεις. 2. το θηλ. ως ουσ., διαγνωστική κλάδος της ιατρικής που καθορίζει τον τρόπο διάγνωσης των… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαγνωστικά — διαγνωστικός able to distinguish neut nom/voc/acc pl διαγνωστικά̱ , διαγνωστικός able to distinguish fem nom/voc/acc dual διαγνωστικά̱ , διαγνωστικός able to distinguish fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικῶν — διαγνωστικός able to distinguish fem gen pl διαγνωστικός able to distinguish masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικόν — διαγνωστικός able to distinguish masc acc sg διαγνωστικός able to distinguish neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικαῖς — διαγνωστικός able to distinguish fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικαί — διαγνωστικός able to distinguish fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικοῖς — διαγνωστικός able to distinguish masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικοί — διαγνωστικός able to distinguish masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικοῦ — διαγνωστικός able to distinguish masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.